ευερνής

εὐερνής, -ές (Α)
1. αυτός που βλασταίνει καλά, ο θαλερός («δάφναν τε εὐερνέα», Ευρ.)
2. (για ανθρώπους και ζώα) αυτός που έχει καλά διαπλασμένο σώμα, ο εύσωμος («εὐερνέστερα νήπια», Γαλ.)
3. (για χώρα) αυτός που είναι πλούσιος σε φυτά («εὔβοτος καὶ εὐερνής», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ερνής (< έρνος «νεαρό φυτό»), πρβλ. δυσ-ερνής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐερνής — sprouting well masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνῆ — εὐερνής sprouting well neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐερνής sprouting well masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐερνής sprouting well masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνέστερον — εὐερνής sprouting well adverbial comp εὐερνής sprouting well masc acc comp sg εὐερνής sprouting well neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνεστάτων — εὐερνής sprouting well fem gen superl pl εὐερνής sprouting well masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνεῖ — εὐερνής sprouting well masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) εὐερνής sprouting well masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνεῖς — εὐερνής sprouting well masc/fem acc pl εὐερνής sprouting well masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνέα — εὐερνής sprouting well neut nom/voc/acc pl (epic ionic) εὐερνής sprouting well masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνές — εὐερνής sprouting well masc/fem voc sg εὐερνής sprouting well neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνέστατα — εὐερνής sprouting well adverbial superl εὐερνής sprouting well neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐερνέστατον — εὐερνής sprouting well masc acc superl sg εὐερνής sprouting well neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.